μέλας


μέλας
I
Επώνυμο μεγάλης ηπειρωτικής οικογένειας με καταγωγή από τα Ιωάννινα. Μετά τον φόνο του αρματολού Γιάννου Μ. και τη δήμευση της μεγάλης αγροτικής περιουσίας της οικογένειας από τους Τούρκους κατά τα μέσα του 17ου αι., πολλά μέλη της αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην Αυστρία, την Ουγγαρία και τη Ρωσία, όπου κατέλαβαν ανώτατα στρατιωτικά αξιώματα ή ασχολήθηκαν με επιτυχία με το εμπόριο γουναρικών. Ορισμένα από τα κυριότερα μέλη της οικογένειας υπήρξαν τα εξής:
1. Βασίλειος (Κωνσταντινούπολη 1820 – Παρίσι 1887). Έμπορος. Ήταν αδελφός του Λέοντα. Εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου επιδόθηκε στο εμπόριο εισαγωγής σιτηρών στη Ρωσία. Το 1876 επέστρεψε στην Αθήνα, όπου και διέθεσε σημαντικά χρηματικά ποσά για την πόλη.
2. Γεώργιος (Ιωάννινα 1785 – Κωνσταντινούπολη 1855). Έμπορος και μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Ήταν γιος του Λέοντα. Ακολούθησε τον πατέρα του στην Κωνσταντινούπολη, όπου μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον στενό του φίλο, Εμμ. Ξάνθο· στη συνέχεια μύησε όλους τους υπαλλήλους των εκεί καταστημάτων του πατέρα του, καθώς και τον ίδιο. Μετά τον απαγχονισμό του πατριάρχη Γρηγόριου E’ και τον διωγμό των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης εγκατέλειψε την πόλη με τη σύζυγό του και τα τέσσερα παιδιά του, ενώ ολόκληρη η περιουσία του δημεύτηκε από τους Τούρκους. Το 1826 κατέβηκε στην Ελλάδα, όπου ο Καποδίστριας τον διόρισε πρόεδρο του εμποροδικείου Σύρου. Το 1839 επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του.
3. Ιωάννης (Ιωάννινα 1787 – Ναύπλιο, περ. 1834). Ήταν αδελφός του Γεωργίου και ασκούσε το επάγγελμα του μεγαλεμπόρου αρχικά στα Ιωάννινα. Το 1820 εγκατέλειψε την ιδιαίτερη πατρίδα του και κατετάγη στο στρατιωτικό σώμα του Μάρκου Μπότσαρη. Συμμετείχε σε όλες τις πολιορκίες του Μεσολογγιού και στην Έξοδο της φρουράς του. Διαχειρίστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα τα εθνικά έσοδα της Ανατολικής Ελλάδας με το αξίωμα του τοποτηρητή του γενικού φροντιστηρίου και του γενικού επιστάτη στη συγκέντρωση των εθνικών εισοδημάτων. Από τον I. Καποδίστρια διορίστηκε διοικητής Ναυπάκτου και αργότερα Παλαιών Πατρών και Βόνιτσας. Το 1833 έγινε έπαρχος Γυθείου.
4. Λέων (1738 – Κωνσταντινούπολη 1811;). Προερχόταν από τον κλάδο της οικογένειας που είχε καταφύγει στη Ρωσία μετά τη δήμευση της οικογενειακής περιουσίας από τους Τούρκους. Εγκαταστάθηκε οριστικά στην Κωνσταντινούπολη, όπου και ίδρυσε μεγάλο εμπορικό οίκο.
5. Λέων (Μασσαλία ; – Αθήνα 1905). Πολιτικός. Ήταν γιος του Μιχαήλ. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και το 1892 αναγορεύτηκε διδάκτορας της νομικής. Μετά από σύντομη υπηρεσία στο υπουργείο Εσωτερικών αναμείχθηκε στην πολιτική και το 1902 εξελέγη βουλευτής. Υπήρξε μέλος του Μακεδόνικου κομιτάτου. Έγραψε τα έργα Το βουλγαρικόν ζήτημα, Το αλβανικόν ζήτημα, Περί γεωργικής πίστεως κ.ά.
6. Λέων (Κωνσταντινούπολη 1812 – Αθήνα 1879). Νομομαθής, πολιτικός και συγγραφέας. Η οικογένειά του έφυγε στην Οδησσό αμέσως μετά την επανάσταση του 1821 και τις σφαγές των Ελλήνων προκρίτων της οθωμανικής πρωτεύουσας. Εκεί, ο Λ.Μ. ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του και συνέχισε με νομικές σπουδές στην Ιόνιο Ακαδημία, στην Κέρκυρα και στην Πίζα της Ιταλίας. Το 1833 επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου υπηρέτησε ως δικαστικός και το 1837 έγινε καθηγητής της νομικής στο πανεπιστήμιο Αθηνών. Στα χρόνια του Όθωνα ανέλαβε επανειλημμένα το Υπουργείο Δικαιοσύνης, αλλά γρήγορα περιέπεσε στη δυσμένεια των Βαυαρών, όπως και μία μερίδα πολιτικών που ζητούσαν συνταγματικές ελευθερίες. Οι απογοητεύσεις του από το πολιτικό κλίμα των Αθηνών τον οδήγησαν στο να αυτοεξοριστεί στο Λονδίνο, όπου άρχισε τη συγγραφή των αναγνωσμάτων του, πιστεύοντας στην παιδευτική σημασία της λογοτεχνίας. Το γνωστότερο από τα έργα του αυτά είναι ο Γεροστάθης (1858), όπου, με βάση έναν απλό μύθο, παρεμβάλλονται διάφορες ιστορίες φρονηματιστικού χαρακτήρα, παρμένες κυρίως από την αρχαιότητα. Το βιβλίο αυτό αποτελούσε σχολικό εγχειρίδιο για πολλές δεκαετίες. Αργότερα κυκλοφόρησαν ο Χριστόφορος, το Εγκόλπιον των Ελληνοπαίδων, ο Μικρός Πλούταρχος και άλλα ανάλογα.
7. Μιχαήλ (Φρειδερίκος-Βενέδικτος, βαρόνος M., Τρανσυλβανία 1729 – Βοημία 1806). Στρατάρχης του αυστριακού στρατού. Το 1793 έγινε διοικητής ταξιαρχίας και διακρίθηκε στις στρατιωτικές επιχειρήσεις κοντά στην πόλη Μάιτζ. Το 1794 προήχθη σε στρατάρχη και διοίκησε για ορισμένο διάστημα τα αυστριακά στρατεύματα της Ιταλίας. Το 1800 προχώρησε έως τη Βαρ, όμως ο Ναπολέοντας τον απέκοψε από την Αυστρία, με αποτέλεσμα να προκαλέσει τη μάχη του Μαρένγκο για να αποκαταστήσει την επαφή του. Μετά την ήττα των Αυστριακών υπέγραψε τη συνθήκη της Αλεξάνδρειας. Αποστρατεύτηκε το 1803.
8. Μιχαήλ (Σύρος 1833 – Αθήνα 1897). Ήταν γιος του Γεωργίου και αδελφός του Λέοντα. Ασχολήθηκε με το εμπόριο και το 1874 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου αργότερα εξελέγη βουλευτής (1890) και δήμαρχος (1891).
9. Παύλος (Ιωάννινα; – Μεσολόγγι 1826). Φιλικός. Ήταν γιος του Λέοντα και αδελφός του Γεωργίου και του Ιωάννη. Σε πολύ νεαρή ηλικία μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία στην Κωνσταντινούπολη. Το 1820 πήγε για σπουδές στην Ιταλία, επέστρεψε το 1822 και κατετάγη στο στρατιωτικό σώμα του Μάρκου Μπότσαρη. Σκοτώθηκε στην Έξοδο του Μεσολογγίου.
Προμετωπίδα από μία έκδοση του «Γεροστάθη» του Λέοντα Μελά, του 1860. Το ανάγνωσμα αυτό ήταν για μεγάλο διάστημα πνευματικός οδηγός των ελληνοπαίδων. Στα πρώτα χρόνια της έκδοσής του αγοράστηκαν 300.000 αντίτυπα.
II
Ορεινός οικισμός (υψόμ. 980 μ., 96 κάτ.) του νομού Καστοριάς. Βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του νομού, σε απόσταση 36 χλμ. Β της Καστοριάς. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Κορρεστίων. Μέχρι το 1928 ονομαζόταν Στάτιστα. Εκεί σκοτώθηκε ο μακεδονομάχος Παύλος Μελάς το 1904.
* * *
-αινα, -αν (ΑM μέλας, -αινα, -αν, Α αιολ. ονομ. αρσ. μέλαις)
1. μαύρος, αυτός που έχει τελείως σκοτεινό χρώμα, το οποίο δεν ανακλά τις φωτεινές ακτίνες αλλά τίς απορροφά ολοσχερώς, αυτός που έχει το χρώμα τού άνθρακα ή τής αιθάλης
2. μελανός, σκούρος, σκοτεινός, σκοτεινόχρωμος (α. «λευκοὺς καὶ μέλανας βότρυας», Ησίοδ.
β. «μέλαν δὲ ἑ κῡμα κάλυψεν», Ομ. Ιλ.)
3. το θηλ. ως ουσ. η μέλαινα (ενν. νόσος)
αποβολή από τον πρωκτό μαύρου αίματος, που οφείλεται συχνά σε αιμορραγία τού στομάχου ή τού εντέρου, σε κίρρωση τού ήπατος ή σε πάθηση τής σπλήνας
νεοελλ.
φρ. «μέλαν σώμα»
φυσ. σύστημα το οποίο όταν διατηρείται σε σταθερή θερμοκρασία έχει την ικανότητα να απορροφά όλη την ακτινοβολία που προσπίπτει πάνω του
νεοελλ.-μσν.
το ουδ. ως ουσ. μαύρη χρωστική ουσία, μαύρη βαφή
μσν.
1. το αρσ. ως ουσ. ὁ μέλας
ο διάβολος, ο σατανάς
2. το ουδ. ως ουσ. α) πένθιμο ένδυμα
β) το μοναχικό σχήμα
3. φρ. «μετατρέπομαι εἰς τὸ μέλαν» ή «μεταβαίνω εἰς τὸ μέλαν»
i) μαυρίζω, σκοτεινιάζω
ii) γίνομαι σκυθρωπός, σκυθρωπάζω
μσν.-αρχ.
μελαχρινός, μελαψός
αρχ.
1. ζοφερός, σκοτεινός, σκιερός («τοῑσι δὲ τερπομένοισι μέλας ἐπὶ ἕσπερος ἦλθεν», Ομ. Οδ.)
2. μτφ. φοβερός, φρικτός, μαύρος («μέλανος θανάτοιο», Ομ. Ιλ.)
3. (για φωνή) αμυδρός ή βραχνός («μελαίνῃ φωνῇ ἔχρητο», Φιλόστρ.)
4. μτφ. δυσνόητος, αινιγματικός
5. μτφ. κακόβουλος, κακοήθης, πονηρός, κακός (α. «μέλαινα καρδία», Πίνδ.
β. «μέλαν ἦθος», Μάρκ. Αυρ.
γ. «μὴ συνδιατρίβειν μέλασιν άνθρώποις διὰ κακοήθειαν», Πλούτ.)
6. το ουδ. ως ουσ. α) η γραφική μελάνη («αὐτὰ ἐν ὕδατι γράφει μέλανι στείρων διὰ καλάμου», Πλάτ.)
β) η ίριδα, η κόρη τού οφθαλμού
γ) το αιδοίο
δ) στον πληθ. τὰ μέλανα
μαύρα σημεία γύρω από τα αφτιά τών σκύλων.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το επίθ. μέλας (< *μέλαν-ς), μέλαινα (< *μέλαν-) μέλαν (πρβλ. τάλας, τάλαινα, τάλαν) ανάγεται σε ΙΕ ρίζα *melә)- «λερώνω, μιαίνω, ακάθαρτος» και συνδέεται με τ. τών βαλτικών γλωσσών που σημαίνουν «μαύρος» (πρβλ. λεττον. melns «μαύρος» < *mēlna- < *melә-no-, αρχ. πρωσ. melne «μπλε κοιλίδα» κ.ά. Ο αρχ. ινδ. τ. malina- «ακάθαρτος» αντιστοιχεί σε έναν αμάρτυρο τ. *μέλανος, από τον οποίο και προήλθε το μέλας υπό την επίδραση τού θηλ. μέλαινα. Επίσης η λ. συνδέεται με τους τ. μελίνη, μολύνω*, μώλωψ*, καθώς και με το μύλλος* (πρβλ. λατ. mulleus «μοβ»). Το επίθ. μέλας, τέλος, εμφανίζεται ως α' συνθετικό σε πάρα πολλές λ. όλων τών περιόδων τής ελλ. με τις μορφές: μελαν- (< θ. τής γενικής μέλας, -ανος) πριν από φωνήεν και οδοντικό ή φατνιακό σύμφωνο (τ, δ, θ, σ, ζ), πρβλ. μελαν-τειχής, μελάν-δρυς, μελάν-θεα, μελάν-ζοφος, μελάν-στερνος μελαν-είμων
μελαγ- πριν από ουρανικό σύμφωνο (κ, γ, χ), πρβλ. μελαγ-γραφής, μελαγ-κρήδεμνος, μελάγ-χυλος
και μελαμ- πριν από χειλικό σύμφωνο (π, β, φ), πρβλ. μελάμ-πτερος, μελάμ-βροτος, μελάμ-φωνος. Επίσης με τη μορφή μελανο- πριν από οποιοδήποτε σύμφωνο (πρβλ. μελανο-σώματος, μελανο-ποιός), ενώ το -ν- τού θ. αφομοιώνεται ή απλοποιείται πριν από υγρό (λ) ή έρρινο (ν) σύμφωνο (πρβλ. μελάρ-ρινος, μελά-νοστος). Σε όλες τις περιπτώσεις το επίθ. μέλας προσδίδει στο β' συνθετικό την ιδιότητα τού μαύρου, τού σκοτεινού, τού ζοφερού. Το επίθετο μέλας εμφανίζεται ως α' συνθετικό σε ξεν. επιστημονικούς όρους που έχουν εισαχθεί στα Νέα Ελληνικά ως αντιδάνεια: μελαναιμία (πρβλ. γαλλ. melanemie), μελανοδερμία (πρβλ. γαλλ. melanodermie).
ΠΑΡ. μελαίνω, μελάνι, μελανία, μελανίζω, μελανός, μελανότητα, μελανώνω
αρχ.
μελαιναίος, μελαινάς, μελαινίς, μελάνω, μελανώ (Ι).
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) μελάγχρους, μελανείμων, μελανοειδής, μελανόθριξ, μελανόστικτος, μελάνουρος, μελανόφθαλμος, μελανόφυλλος, μελανοχίτωνας
αρχ.
μελαγγραφής, μελάγγυιος, μελάγκαρπος, μελάγκερως, μελαγκευθής, μελάγκολπος, μελαγκόμης, μελάγκραιρα, μελαγκράνινος, μελαγκρανίς, μελαγκρήδεμνος, μελάγκροκος, μελάγκωπος, μελαγχαίτης, μελάγχιμος, μελάγχλαινος, μελάγχλωρος, μελάγχολος, μελαμβαθής, μελάμβιος, μελάμβοος, μελαμβόρειος, μελάμβροτος, μελάμβωλος, μελαμπαγής, μελάμπεδος, μελάμπεπλος, μελαμπέταλος, μελαμπεταλοχίτων, μελάμπετρος, μελαμπόρφυρος, μελάμπρωρος, μελάμπυγος, μελαμφαής, μελαμφαρής, μελάμφωνος, μελαμψηφίς, μελαμψίθιος, μελάμψωρος, μελανάγριος, μελανάετος, μελάναιγις, μελάνδειρος, μελάνδετος, μελανδίνης, μελάνδρυος, μελάνδρυς, μελάνζοφος, μελανθέα, μελανθής, μελάνιππος, μελανογράμματος, μελανοδέρματος, μελανόζυξ, μελανοκάρδιος, μελανόμματος, μελανονεφής, μελανοπλόκαμος, μελανοποιός, μελανοπτέρυξ, μελανόπωλος, μελανορράβδωτος, μελανόρριζον, μελανοσπαλάκισσα, μελανοσσός, μελανόστερφος, μελανόστολος, μελάνοστος, μελανοσυρμαίος, μελανοσώματος, μελανόφαιος, μελανοφανής, μελανόφλεψ, μελάνοφρυς, μελάνσπερμον, μελάνστερνος, μελαντειχής, μελαντραγής, μελάνυδρος, μελανώπις, μελάρρινος
αρχ.-μσν.
μελάγγειος, μελαγκόρυφος, μελαγκρήπις, μελαγχίτων, μελαμβαφής, μελάμπους, μελάμπτερος, μελαναυγής, μελανδόκος, μελανόκωλος, μελανοφόρος
μσν.
μελάγκορος, μελάγχυλος, μελαμπέδιλος, μελαναθήρ, μελανένδυτος, μελάνζωνος, μελανόμαλλος, μελανοπώγων, μελανοχαίτης
νεοελλ.
μελάγχη, μελαγχρωστική, μελαναιμία, μελανοδερμία, μελανοδοντία, μελανοκαρκίνωμα, μελανοκύτταρο, μελανόμαυρος, μελανόμορφος, μελανόρροια, μελανοτροπίνη, μελανούρια. (Β' συνθετικό) ερυθρομέλας, λευκομέλας, ολομέλας, υπομέλας, ωχρομέλας
αρχ.
ακρομέλας, αμφιμέλας, επιμέλας, μεσομέλας, παμμέλας, ποικιλομέλας, ρυπαρομέλας, υποχλωρομέλας, χλωρομέλας
νεοελλ.
τεφρομέλας].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Μέλας — Μέλᾱς , Μέλας black masc nom sg Μέλας black masc nom/voc sg Μέλᾱς , Μέλης masc acc pl (doric) Μέλᾱς , Μέλης masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελάς — I Επώνυμο μεγάλης ηπειρωτικής οικογένειας με καταγωγή από τα Ιωάννινα. Μετά τον φόνο του αρματολού Γιάννου Μ. και τη δήμευση της μεγάλης αγροτικής περιουσίας της οικογένειας από τους Τούρκους κατά τα μέσα του 17ου αι., πολλά μέλη της αναγκάστηκαν …   Dictionary of Greek

  • μέλας — μέλᾱς , μέλας black masc nom sg μέλᾱς , μέλη fem acc pl μέλᾱς , μέλη fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελάς — ο έμπορος ή παραγωγός μελιού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Μελάς, Παύλος — (Μασσαλία 1870 – Σιάτιστα, Δυτική Μακεδονία 1904). Στρατιωτικός και μακεδονομάχος. Η προσωπικότητά του άσκησε σοβαρή επίδραση στην πολιτική της ενεργής συμμετοχής της Ελλάδας στον λεγόμενο Μακεδονικό Αγώνα. Το 1874 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου… …   Dictionary of Greek

  • Μελάς, Σπύρος — (Ναύπακτος 1883 – Αθήνα 1966). Δημοσιογράφος, συγγραφέας και θεατρικός σκηνοθέτης. Ξεκίνησε να σπουδάζει νομικά, όμως εγκατέλειψε το πανεπιστήμιο και ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία. Εργάστηκε σε πλήθος εφημερίδες, όπου πρωτοδημοσιεύτηκαν και… …   Dictionary of Greek

  • Μέλας Δρυμός — (γερμ. Schwartzwald). Ορεινή περιοχή (περ. 5.180 τ. χλμ.) της νοτιοδυτικής Γερμανίας στο κρατίδιο του Μπάντεν Βυρτεμβέργης, στα Ν της λεγόμενης Ρηνανικής τάφρου. Αρχίζει από τα σύνορα με την Ελβετία και προχωρεί με κατεύθυνση από ΝΔ προς ΒΑ. Στο… …   Dictionary of Greek

  • Άνω Μελάς — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 1.030 μ., 47 κάτ.) του νομού Καστοριάς. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Κορεστίων …   Dictionary of Greek

  • ζωμός, μέλας — Η κυριότερη τροφή στα συσσίτια της αρχαίας Σπάρτης, στα οποία έπαιρναν μέρος υποχρεωτικά όλοι οι ενήλικες Σπαρτιάτες, ακόμα κι οι βασιλιάδες. Τον παρασκεύαζαν από χοιρινό κρέας, που έβραζε μέσα σε αίμα, με προσθήκη αλατιού και ξιδιού. Συνοδευόταν …   Dictionary of Greek

  • μέλαν — μέλας black masc voc sg μέλας black neut nom/voc/acc sg μέλᾱν , μέλη fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)